Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Mumbai Day 2.

Η δεύτερη ημέρα ξημέρωσε. Το ιστορικό κέντρο της Βομβάης είχε εξερευνηθεί όχι ενδελεχώς αλλά σε ικανοποιητικό βαθμό. Οι τουριστικοί οδηγοί επικεντρώνονταν μόνο στα ιστορικά κτήρια ενώ δεν αφιέρωναν πολλές σελίδες στα υπόλοιπα μέρη ενδιαφέροντος της πόλης. Ίσως, γιατί μπροστά στο κέντρο όλα τα άλλα είναι πρακτικά αδιάφορα.

Το πρωί ξεκίνησε με μια βόλτα στην Marine Drive Road.

Αυτή είναι η παραλιακή λεωφόρος της Βομβάης. Πως λέμε Ποσειδώνος? Χωρίς τα club τα bar και στα strip clubs. Μόνο ένα μαγαζί υπάρχει σε αυτόν τον δρόμο tonot just jazz by the beach” το οποίο απέξω έχει τραπέζια και σερβίρει φαγητά ενώ μέσα στο κτήριο έχει live μια τοπική μπάντα.


Το πεζοδρόμιο της marine drive είναι πλατύ και άνθρωποι όλων των ηλικιών μαζεύονται όλες τις ώρες της ημέρας για να απολαύσουν την βόλτα τους. Μουσουλμάνοι, Ινδοί αλλά και οι λίγοι ξένοι μόνιμοι κάτοικοι της Βομβάης διασταυρώνονται μόνο τις ημέρες που δεν βρέχει.



Η βόλτα μου κράτησε 2 περίπου ώρες. Περπάτησα μερικά χιλιόμετρα κάτω από τον καυτό ήλιο και επέστρεψα στο ξενοδοχείο μου με τρένο, μια περιπέτεια που θα περιγράφει ξεχωριστά.



Μια από τις παραλίες κοντά στο κέντρο της Βομβάης, που προτιμάται απο ελάχιστους πολίτες.  Η πιο διάσημη παραλία της Βομβάης η  Juhu beach είναι μόλις μερικές στάσεις του τρένου βόρεια οπότε λογικό είναι αυτή η μικρή παραλία να είναι άδεια.

Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο ο οδηγός που είχε κανονίστει από το ναυπηγείο να μας συνοδέψει καθόλη την διάρκεια της εκδρομής μας ήταν ήδη έξω και μας περίμενε.


Πρώτος σταθμός οι κρεμαστοί κήποι της Βομβάης. (Hanging Gardens)



Πάνω σε έναν λόφο βρίσκεται ένα πάρκο το οποίο θα έπρεπε να βρίσκονταν οι κρεμαστοί κήποι. Η ζεστή του καλοκαιριού έκαψε σχεδόν όλα τα φυτά και αυτήν την στιγμή τα λουλούδια είναι ελάχιστα. Το πάρκο θα ξαναζωντανέψει μετά τους μουσσώνες. Παρόλα αυτα η πράσινο εχει διατηρηθεί.

Δεύτερος σταθμός ένα τζαμί χτισμένο σε ένα νησί στην θάλασσα το οποίο συνδέεται με έναν στενό διάδρομο με την στεριά. Είχα διαβάσει πως όταν έχει κύματα τότε οι αρχές κλείνουν τον διάδρομο. Αυτό απευχόμουνα, και αυτό μας συνέβη. Ο διάδρομος ήταν κλειστός, χιλιάδες μουσουλμάνοι απογοητευμένοι στέκονταν απέξω και προσπαθούσαν να βρουν μια χαραμάδα στους τοίχους για να δουν τον λόγο που τους απέτρεψαν την είσοδο στο χώρο λατρείας τους, ενώ μαζί τους ήμουν και εγώ που ήξερα ότι έχανα την μοναδική μάλλον ευκαιρία που θα είχα για να επισκεφτώ αυτό το μέρος.

Το τζαμί.


Τα κύματα διαπερνάνε τον διαδρομο κανοντας την προσβαση αδυνατη.

Συνεχίζοντας  βρεθήκαμε στο πλανητάριο. Η παρουσίαση ήταν σε 3 γλώσσες (Αγγλικά, Ινδικά (Hindi) και Marathi, (τοπική γλώσσα της επαρχίας που ανήκει η Βομβάη). Προς πολύ μεγάλη έκπληξη μου το θέατρο ήταν γεμάτο κατά την παρουσίαση στα Αγγλικά. Σημάδι πως άνθρωποι που έχουν ως πρώτη γλώσσα τα Ινδικά τοποθετούν τα Αγγλικά πιο ψηλά από την μητρική τους.


Ξενοδοχείο απεναντι απο το πλανητάριο 

Πολύ κοντά στο πλανητάριο υπήρχε ένα εμπορικό κέντρο. Τίποτα το σπουδαίο ούτε και εκεί. Τα περισσότερα μαγαζιά ήταν κλειστά (μην ξεχνάτε ήταν Κυριακή απόγευμα).



Και εκεί ξεκίνησε η περιπέτεια μας. Έχοντας περάσει ένα σχετικά ήρεμο πρώτο μισό της ημέρας, ήθελα να νιώσω λίγο από τον ρυθμό της Βομβάης. Το μόνο μέρος για να γίνει αυτό είναι η επίσκεψη στην Juhu Beach όπου μαζεύεται όλη η Βομβάη για να απολαύσει την μόνη ημέρα της εβδομάδας που ειναι αργία.


Ρώτησα τον οδηγό εάν μπορούσαμε να πάμε σε αυτήν την παραλία. Μου απάντησε πως θα συναντήσουμε κίνηση στον δρόμο αλλά δεν συνέχισε λέγοντας πως είναι τρελή ιδέα να πάμε εκεί. Ως οδηγός ίσως να μην είχε αυτό το δικαίωμα. Και κάπου εκεί ξεκίνησαν τα προβλήματα.



Οδηγώντας βόρεια διασχύσαμε την πρώτη κρεμαστή γέφυρα που βλέπω στην Ινδία, η οποία συνδέει ένα από τα παλιά 7 νησιά με ένα άλλο, και που οι Βρετανοί δεν είχαν μπαζώσει όταν αποφάσισαν να τα ενώσουν.


Αμέσως μετά την γέφυρα πέσαμε στην κίνηση. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα έγινε κάποιο ατύχημα. Μετά υπέθεσα ότι θα φταίει κάποιο φανάρι. Και στο τέλος απελπίστηκα συνειδητοποιώντας πως μέσα σε 2(!!!) ώρες κινηθήκαμε μόλις 5 χιλιόμετρα και η παραλία απείχε άλλα τόσα.

Στην παραλία φτάσαμε αφού είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά. Και εκεί είδα τον περισσότερο κόσμο που έχω δει ποτέ στην ζωή μου. Ήταν ένα κοπάδι ανθρώπων όλων των ηλικιών, χρωμάτων, μεγεθών που έφευγε από την παραλία έχοντας απολαύσει το ηλιόλουστο κυριακάτικο απόγευμα.


Και αυτοί οι άνθρωποι έφευγαν, και έφευγαν και έφευγαν. Και όσο εμείς πλησιάζαμε στην παραλία τόσο το πλήθος που αποχωρούσε μεγάλωνε. Οι περισσότεροι με τα πόδια, αλλά οι πιο προνομιούχοι με παραφορτωμένα ταξί και αυτοκίνητα. Κάποια στιγμή θα τελειώσει, δεν γίνεται σκεφτόμουν. Αλλά και πάλι έκανα λάθος. Το κύμα των αποχωρούντων ήταν πραγματικά ατελείωτο. Ήταν σαν όλη η Βομβάη, και τα 16 εκατομμύρια των κατοίκων της, να αποφάσισε να πάει  την ίδια ημέρα ενώ ένα δεύτερο κύμα κατευθύνονταν προς την παραλία. Ποιος πηγαίνει στην σκοτεινή παραλία 8 η ώρα το βράδυ εάν δεν έχει πονηρό σκοπό? Αυτό σκέφτηκα και εγώ, και είπα στον οδηγό να μας γυρίσει. Η περιπέτεια συνεχίστηκε λίγο αργότερα όταν αντιλήφθηκα που όδευε αυτό  το πλήθος των ανθρώπων. Στον σταθμό του προαστιακού. Ήταν ήδη αργά, ο οδηγός μας είχε ξεπεράσει το ωράριο του, το ξενοδοχείο ήταν στην άλλη άκρη της Βομβάης άρα η μόνη λύση για να επιστρέψουμε ήταν το τρένο.

Οι δυο μόνοι λευκοί ανάμεσα σε ένα πλήθος Ινδών, αισθανθήκαμε σαν το γάλα μες την μύγα. (αντίστοιχα)

20 λεπτά στην ουρά για να εκδοθούν τα εισιτήρια μας τα οποία κόστιζαν συνολικά 10 cents. Αυτόματο μηχάνημα είναι υψηλή τεχνολογία που ακόμα δεν έχει φτάσει εδώ.
Μετά από μια ώρας διαδρομή με το τρένο φτάσαμε στον  τερματικό σταθμό Church Gate όπου βρίσκονταν και το ξενοδοχείο μας.


Ήταν 10 η ώρα….


Ξημερώματα της Δευτέρας ο οδηγός ήρθε για να μας πάει στο αεροδρόμιο. Η εκδρομή μας είχε τελειώσει….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου